"Ένα συμμαζεμένο σπίτι μου 'χει μείνει. / Στις τσέπες μου / σ' εκείνα τ' αφόρετα ρούχα, / βρίσκω βργμένα εισιτήρια από λεωφορεία / που κουβαλούσανε τόνους τον ιδρώτα-
στο σπίτι ακόμα αναζητώ τον ιδρώτα,/ που ξέχασαν μάλλον κάποιοι επιβάτες.
Μπερδεύομαι.
Συνεχίζω με τις γωνίες. Τις σκάβω. Κοιτάζω κάτω / απ' τα κρεβάτια, κι από τα πιάτα κάτω, που σωριάζονται / με την επίφαση της τάξης. Πρώτα τα βαθιά, μετά τα ρηχά. / Δεν πάω πουθενά - μόνο λυπάμαι. / Γλείφω το νερό που τρέχει από σπασμένες / σωληνώσεις, / βάζω τη γλώσσα μου στα λάστιχα του θερμοσίφωνα. / Την απλώνω μέχρι να τεντωθεί όσο μπορεί - επιμένω.
Όποτε θυμάμαι, ράβω κάποιες τσέπες / -σάμπως να φυλακίσω ό,τι προλάβω.
Κι έχω όλη νύχτα τη γλώσσα τεντωμένη."

Δημήτρης Αθηνάκης, χωρίσεμεις, Κοινωνία των (δε)κάτων, 2009
Διαβάστε όλο το άρθρο στο "ce_" »
Μεταφράστε αυτό το άρθρο (Translate this article) »
