
Ήταν στη Ζάκυνθο....Χλιαρό, απαλό το μεσημέρι,Μες στο χειμώνα ανάσαινε ξανθό το καλοκαίρι.Άπλωνε ο ήλιος τα χρυσά στρωσίδια στους ελαιώνες,Κρεμούσαν οι κληματαριές τα πορφυρά σταφύλιαΣτις φράχτες που ανεβαίναμε τρυγώντας ανεμώνεςΈπαιζε η σπίθα του φωτός και των πουλιών η τρίλλια.
Κι ο κυνηγός σημάδεψε και με την τουφεκιά του,Που αρμονιζότανε κι αυτή μες στην ωραίαν ημέραΣτον αλαφρό λιγόθυμον ανασασμό του αέρα,Δυό μαύρα σπαθωτά φτερά κατέβηκαν μπροστά του.
Μακαρισμένος θάνατος τον έρριξε στο χώματον κότσυφα το σφυριχτή στην ώρα απάνω πουΤο λαμπερό του βύθιζε κεχριμπαρένιο στόμα στο μέλι ενός καρπού
ΖΑΧΑΡΙΑΣ ΠΑΠΑΝΤΩΝΙΟΥ (Από τη συλλογή "ΤΑ ΘΕΙΑ ΔΩΡΑ")
Διαβάστε όλο το άρθρο στο "Weaver" »
Μεταφράστε αυτό το άρθρο (Translate this article) »
