
Κάποτε χτύπησε την πόρτα μου ο Θεόςσαν το ζητιάνο, με ντουρβά και με μπαστούνι.Θαρείς και είχε κοιμηθεί απάνω σ΄άχερακ' ευώδιαζε σαν κάμπος του Ιούνη.Στάθηκε στο κατώφλι μου και με παρακαλούσε.
Εκείνο τον καιρό είμουν μικρόψυχοςγιατ' είχα πράγματα πολλά και τιποτένια:μαύρο κουστούμι , γιακά κολαριστό, βιβλία δερματόδετα,κι έτσι που είμουνα χορτάτοςμε έτρωγε στα σοβαρά η έγνιατι ΄ναι καλύτερο: να ζει κανείς ή να πεθαίνει.
Τίποτα δεν του έδοσα - δεν είχα χέρια.Μονάχα ντράπηκα πολύ σαν είδα τα μάτια τουγαλάζια απ' τη δύση ως την ανατολή,ο Θεός έφυγε,μα η πόρτα έμεινε ανοιχτή
και μ΄έσυρε κάποια φορά και μένα,δίχως κολλάρο και βιβλία στα ξένα.Για το ταξίδι μούδωσε ένα δισάκι, ένα γέλιο παιδιάστικο,πένθη πολλά και προσβολές στο μπογαλάκικαι μιά ασημένια ανάμνηση απ' τη μανούλα.
Τώρα στην πόλη τριγυρνώ και το Θεό γυρεύω.Ξέρω, περνάει από δω μ' ένα μπαστούνι και ντουρβάΚάποτε θ' ανταμώσουμεμα δε θα υποφέρω πιάγιατί δεν έχω απάνω μου τίποτα τιποτένιο.
Μαζί του θα με πάρει. Θα σταθούμε στη γωνιά,καταμεσίς στον ήλιο, με το σκούφο στα χέρια.
"Λίγη αγάπη, Χριστιανοί, σας ικετεύουμε -ανοίξτε την καρδιά σας!"
JIRI WOLKER (1900-1924)
Μετάφραση Ντίνος Χριστιανόπουλος - Κάρολος Τσίζεκ "ΔΙΑΓΩΝΙΟΣ" (Πρωτοχρονιά 1959)
Διαβάστε όλο το άρθρο στο "Weaver" »
Μεταφράστε αυτό το άρθρο (Translate this article) »
